Επιστημονική δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό Global Change Biology , η οποία προέκυψε μετά από συνεργασία περισσότερων από 87 ερευνητών από 75 ιδρύματα και περιβαλλοντικές οργανώσεις
Μια διεθνής επιστημονική ομάδα, στην οποία συμμετείχαν και τα μέλη του επιστημονικού τμήματος της Καλλιστώς, Δρ. Γιώργος Μερτζάνης και Δρ. Μαρία Ψαραλέξη, μελέτησε τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ειδών στην κατανομή της καφέ αρκούδας σε Ευρώπη και Τουρκία.
Η μελέτη διαπίστωσε ότι, σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, η παρουσία της καφέ αρκούδας καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία άλλων ειδών – συγκεκριμένα, οι αρκούδες τείνουν να βρίσκονται πιο συχνά σε περιοχές όπου εντοπίζονται είδη με τα οποία τρέφονται. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Global Change Biology και αναδεικνύει τη σημασία των οικολογικών αλληλεπιδράσεων για τη διατήρηση των οικοσυστημάτων, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την καφέ αρκούδα.
Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι παγκόσμιες αλλαγές – όπως η κλιματική αλλαγή ή οι μεταβολές στις χρήσεις γης – επηρεάζουν τα είδη είναι κρίσιμη για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημικών υπηρεσιών που προσφέρει η φύση (π.χ. καθαρό νερό, η γονιμότητα του εδάφους και η επικονίαση). Για παράδειγμα, η κλιματική αλλαγή ωθεί τα είδη να μετακινηθούν σε μεγαλύτερα υψόμετρα ή πιο κοντά στους πόλους, όπου το κλίμα παραμένει εντός των ορίων ανοχής τους. Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες μελέτες επικεντρώνονταν μόνο στις άμεσες επιπτώσεις των περιβαλλοντικών μεταβολών (π.χ. θερμοκρασία, βροχοπτώσεις, αγροτική χρήση γης) στην κατανομή των ειδών. Η συγκεκριμένη μελέτη επικεντρώνεται στις έμμεσες επιπτώσεις, αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ειδών διαμορφώνουν αυτές τις κατανομές.
«Οι αρκούδες έδειξαν μεγάλη ποικιλία στη δίαιτά τους– καταγράψαμε 276 διαφορετικές τροφές», εξηγεί ο Pablo M. Lucas, ερευνητής του Πανεπιστημίου της Σεβίλλης, προσθέτοντας πως «οι αρκούδες σε θερμότερες περιοχές, όπως τα Κανταβρικά Όρη, η Ελλάδα ή η Τουρκία, τείνουν να βασίζονται περισσότερο σε τροφές φυτικής προέλευσης, ενώ σε πιο ψυχρές περιοχές όπως η Σκανδιναβία και η Φινλανδία τείνουν να είναι περισσότερο σαρκοφάγες. Αυτό σημαίνει ότι ο ρόλος της αρκούδας στο οικοσύστημα ποικίλλει, από φυτοφάγο έως κορυφαίο θηρευτή».
Χάρη σε αυτή τη μεγάλη διεθνή συνεργασία, η ερευνητική ομάδα είχε πρόσβαση σε περισσότερα από τρία εκατομμύρια σημεία παρουσίας από περίπου 3.000 αρκούδες, που αντιστοιχούν σε 14 διαφορετικούς υποπληθυσμούς αρκούδας που ζουν σε διαφορετικά οικοσυστήματα. Η συνεργασία αυτή έδωσε την δυνατότητα μελέτης των τοπικών αλληλεπιδράσεων και πως αυτές μεταφράζονται σε μια μεγάλη γεωγραφική κλίμακα.
Κατά την έρευνα διαπιστώθηκε ότι οι αρκούδες βρίσκονται περισσότερο σε περιοχές που έχουν μεγαλύτερη διαθεσιμότητα σε τροφές υψηλής ενεργειακής αξίας. Για παράδειγμα, στα Κανταβρικά Όρη, η παρουσία της δρυός και της οξυάς – βασικών πηγών τροφής για τον συγκεκριμένο υποπληθυσμό αρκούδας– αυξάνει την πιθανότητα παρουσίας του είδους. Αντίθετα, σε περισσότερο σαρκοφάγους υποπληθυσμούς, η παρουσία της αρκούδας συνδέεται στενά με την κατανομή αγρίων οπληφόρων, όπως ο αγριόχοιρος ή τα ζαρκάδια.
Αυτά τα δεδομένα είναι ιδιαίτερα πολύτιμα για να μπορούμε να προβλέπουμε πού ενδεχομένως να ζουν τα είδη στο μέλλον και ποιο ρόλο θα επιτελούν στα οικοσυστήματα, υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής και της αλλαγής του τρόπου χρήσης της γης. Επιπλέον, ενισχύεται η πεποίθηση ότι για την προστασία των ειδών είναι αναγκαία η διατήρηση των οικοσυστημάτων που τα υποστηρίζουν.
«Οι αλλαγές στην κατανομή των ειδών που αποτελούν τροφή για τις αρκούδες μπορεί να μεταβάλουν τη θέση τους στην τροφική αλυσίδα και να επηρεάσουν τη βιωσιμότητά τους σε τοπικό επίπεδο», επισημαίνει ο Δρ. Lucas.
Άλλα είδη με διαφορετικά χαρακτηριστικά από την καφέ αρκούδα – όπως εκείνα με πιο εξειδικευμένη διατροφή, περιορισμένη κινητικότητα ή πολύ συγκεκριμένες οικολογικές απαιτήσεις – ενδέχεται να αντιδράσουν διαφορετικά στην κλιματική αλλαγή, την αλλαγή χρήσης γης και τη μεταβολή των οικολογικών τους αλληλεπιδράσεων. Η κατανόηση αυτής της δυναμικής είναι απαραίτητη για τον σχεδιασμό πιο αποτελεσματικών στρατηγικών για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την προστασία των οικοσυστημικών υπηρεσιών που προσφέρει η φύση.
Η έρευνα συντονίστηκε από το Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης, το Πανεπιστήμιο Sapienza της Ρώμης και το Ινστιτούτο Προστασίας της Φύσης στην Πολωνία, με τη συμμετοχή 87 ερευνητών από 75 φορείς σε 26 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Περιβαλλοντική Οργάνωση για την Άγρια Ζωή και τη Φύση «Καλλιστώ».
P.M. Lucas et al.. (2025) Trophic interactions are key to understanding the effects of global change on the distribution and functional role of the brown bear. Global Change Biology DOI: 10.1111/gcb.70252
Διαβάστε την δημοσίευση εδώ.